lop off
lop
lɑ:p
λαπ
off
ɔf
οφ
/lˈɒp ˈɒf/

Ορισμός και σημασία του "lop off"στα αγγλικά

to lop off
[phrase form: lop]
01

κόβω, κλαδεύω

to cut or remove something, especially in a quick or forceful manner
to lop off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
lop
ενεστώτας
lop off
γ΄ ενικό πρόσωπο
lops off
ενεστώτα μετοχή
lopping off
απλός αόριστος
lopped off
παθητική μετοχή
lopped off
Παραδείγματα
The carpenter is lopping off excess material to shape the wooden sculpture.
Ο ξυλουργός κόβει το περίσσευμα υλικού για να διαμορφώσει τη ξύλινη γλυπτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store