loose cannon
loose
ˈlu:s
loos
ca
nnon
nən
nēn

Ορισμός και σημασία του "loose cannon"στα αγγλικά

01

ανεξέλεγκτος τύπος, απρόβλεπτος άνθρωπος

a person who has lost their sanity, often momentarily 
loose cannon definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loose cannons
Παραδείγματα
He became a loose cannon after the argument. 

Μετά τον καβγά έγινε τελείως ανεξέλεγκτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store