loonie
loo
ˈlu:
loo
nie
ni
ni
loonylooneyluna

Ορισμός και σημασία του "loonie"στα αγγλικά

01

κέρμα ενός δολαρίου Καναδά, καναδικό δολάριο

(Canada) a one-dollar coin in Canada 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loonies
Παραδείγματα
I only have a loonie left in my wallet. 

Μου έμεινε μόνο ένα λούνι στο πορτοφόλι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store