Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lookalike
01
ομοίωμα, δίδυμος
a person or thing that is very similar to another person or thing in appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lookalikes
Παραδείγματα
The actor hired a lookalike for the movie's stunt scenes.
Ο ηθοποιός προσέλαβε έναν δίδυμο για τις σκηνές κασκαντέρ της ταινίας.
look-alike
01
ολόιδιος, παρόμοιος
very similar in appearance to another person or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most look-alike
συγκριτικός βαθμός
more look-alike
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, similarity, identity
Παραδείγματα
They hired a look-alike actor to play the famous celebrity in the film.
Προσέλαβαν έναν ηθοποιό όμοιο για να παίξει τον διάσημο διάσημο στην ταινία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lookalike
look
alike



























