lookalike
look
ˈlʊk
look
a
ə
ē
like
laɪk
laik
look-alike

Ορισμός και σημασία του "lookalike"στα αγγλικά

01

ομοίωμα, δίδυμος

a person or thing that is very similar to another person or thing in appearance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lookalikes
Παραδείγματα
The actor hired a lookalike for the movie's stunt scenes. 

Ο ηθοποιός προσέλαβε έναν δίδυμο για τις σκηνές κασκαντέρ της ταινίας.

look-alike
look
lʊk
look
a
ə
ē
like
laɪk
laik
lookalike
look-alike
01

ολόιδιος, παρόμοιος

very similar in appearance to another person or thing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most look-alike
συγκριτικός βαθμός
more look-alike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They hired a look-alike actor to play the famous celebrity in the film. 

Προσέλαβαν έναν ηθοποιό όμοιο για να παίξει τον διάσημο διάσημο στην ταινία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store