longish
lon
ˈlɔn
λον
gish
gɪʃ
γκισ
/lˈɒŋɡɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "longish"στα αγγλικά

01

αρκετά μακρύ, μάλλον μακρύ

rather long
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most longish
συγκριτικός βαθμός
more longish
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store