lodging
lo
ˈlɑ
λα
dging
ʤɪng
τζινγκ
/lˈɒd‍ʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "lodging"στα αγγλικά

01

διαμονή, καταλύμα

a place that provides travelers with temporary accommodation
lodging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lodgings
Παραδείγματα
The city offers various lodging options, from budget hostels to luxury hotels.
Η πόλη προσφέρει διάφορες επιλογές διαμονής, από οικονομικά ξενώνες μέχρι πολυτελή ξενοδοχεία.
02

διαμονή, ενοικιαζόμενο δωμάτιο

a room or rooms in someone's house rented for residence
Παραδείγματα
She advertised lodgings for rent on the bulletin board.
Διαφήμισε διαμονή για ενοικίαση στον πίνακα ανακοινώσεων.

Λεξικό Δέντρο

lodging
lodge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store