lode
Pronunciation
/ˈɫoʊd/

Ορισμός και σημασία του "lode"στα αγγλικά

01

φλέβα, κοίτασμα

a deposit of valuable mineral resources, such as ore, found within the Earth's crust
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lodes
Παραδείγματα
The discovery of a vast lode of copper provided a much-needed boost to the local economy.
Η ανακάλυψη μιας τεράστιας φλέβας χαλκού έδωσε μια απαραίτητη ώθηση στην τοπική οικονομία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store