lockup
Pronunciation
/ˈɫɑˌkəp/

Ορισμός και σημασία του "lockup"στα αγγλικά

01

κρατητήριο αστυνομικού τμήματος, τοπική φυλακή

jail in a local police station
lockup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lockups
02

κλείδωμα, φυλάκιση

the act of locking something up to protect it
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store