lockup
lo
ˈlɒ
lo
ckup
kʌp
kap
lookup

Ορισμός και σημασία του "lockup"στα αγγλικά

01

κρατητήριο αστυνομικού τμήματος, τοπική φυλακή

jail in a local police station 
lockup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lockups
02

κλείδωμα, φυλάκιση

the act of locking something up to protect it 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store