Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Locality
01
τοπικότητα, γειτονιά
a surrounding or nearby region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
localities
Λεξικό Δέντρο
locality
local
loc



























