locality
lo
ləʊ
lew
ca
ˈkæ
li
ty
ti
ti
logicality

Ορισμός και σημασία του "locality"στα αγγλικά

01

τοπικότητα, γειτονιά

a surrounding or nearby region 
locality definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
localities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

locality
local
loc
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store