to localize
lo
ˈləʊ
lew
ca
kə
kē
lize
laɪz
laiz
vocalisefocalizevocalize
localise

Ορισμός και σημασία του "localize"στα αγγλικά

to localize
01

τοπικοποιώ, περιορίζω σε μια συγκεκριμένη περιοχή

to confine something to a specific area or region 
Transitive: to localize sth
to localize definition and meaning
Παραδείγματα
The company decided to localize the distribution of the product to specific regions. 

Η εταιρεία αποφάσισε να εντοπιστεί η διανομή του προϊόντος σε συγκεκριμένες περιοχές.

02

εντοπίζω, προσδιορίζω τη θέση

to identify the specific location where something occurs or exists 
Transitive: to localize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
localize
γ΄ ενικό πρόσωπο
localizes
ενεστώτα μετοχή
localizing
απλός αόριστος
localized
παθητική μετοχή
localized
Παραδείγματα
The detective worked to localize the source of the strange noise in the building. 

Ο ντετέκτιβ εργάστηκε για να εντοπίσει την πηγή του παράξενου θορύβου στο κτίριο.

03

εντοπίζω, συγκεντρώνω

to concentrate or remain confined within a specific or limited area 
Intransitive: to localize somewhere
Παραδείγματα
The infection localized in her ankle, causing swelling and redness. 

Η μόλυνση εντοπίστηκε στον αστράγαλό της, προκαλώντας πρήξιμο και ερυθρότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

delocalize
localized
localize
local
loc
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store