Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to localize
01
τοπικοποιώ, περιορίζω σε μια συγκεκριμένη περιοχή
to confine something to a specific area or region
Transitive: to localize sth
Παραδείγματα
The company decided to localize the distribution of the product to specific regions.
Η εταιρεία αποφάσισε να εντοπιστεί η διανομή του προϊόντος σε συγκεκριμένες περιοχές.
02
εντοπίζω, προσδιορίζω τη θέση
to identify the specific location where something occurs or exists
Transitive: to localize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
localize
γ΄ ενικό πρόσωπο
localizes
ενεστώτα μετοχή
localizing
απλός αόριστος
localized
παθητική μετοχή
localized
Παραδείγματα
The detective worked to localize the source of the strange noise in the building.
Ο ντετέκτιβ εργάστηκε για να εντοπίσει την πηγή του παράξενου θορύβου στο κτίριο.
03
εντοπίζω, συγκεντρώνω
to concentrate or remain confined within a specific or limited area
Intransitive: to localize somewhere
Παραδείγματα
The infection localized in her ankle, causing swelling and redness.
Η μόλυνση εντοπίστηκε στον αστράγαλό της, προκαλώντας πρήξιμο και ερυθρότητα.
Λεξικό Δέντρο
delocalize
localized
localize
local
loc



























