Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lobscouse
01
το λόμπσκους, το στιφάδο με κρέας και λαχανικά των ναυτικών
a stew of meat and vegetables and hardtack that is eaten by sailors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lobscouses
Λεξικό Δέντρο
lobscouse
lob
scouse



























