Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lobotomy
01
λοβοτομή, λευκοτομή
a surgical operation that is performed in order to treat severe mental disorders by cutting into part of a person's brain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lobotomies
LanGeek



























