to loathe
loathe
ləʊð
lewdh
lathe

Ορισμός και σημασία του "loathe"στα αγγλικά

to loathe
01

απεχθάνομαι, μισώ

to dislike something or someone very much, often with a sense of disgust 
to loathe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
loathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
loathes
ενεστώτα μετοχή
loathing
απλός αόριστος
loathed
παθητική μετοχή
loathed
Παραδείγματα
He loathes broccoli and refuses to eat it. 

Αυτός μισεί το μπρόκολο και αρνείται να το φάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store