Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to loathe
01
απεχθάνομαι, μισώ
to dislike something or someone very much, often with a sense of disgust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
loathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
loathes
ενεστώτα μετοχή
loathing
απλός αόριστος
loathed
παθητική μετοχή
loathed
Παραδείγματα
He loathes broccoli and refuses to eat it.
Αυτός μισεί το μπρόκολο και αρνείται να το φάει.



























