Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to loathe
01
απεχθάνομαι, μισώ
to dislike something or someone very much, often with a sense of disgust
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
loathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
loathes
ενεστώτα μετοχή
loathing
απλός αόριστος
loathed
παθητική μετοχή
loathed
Παραδείγματα
She loathes the idea of working late on weekends.
Αυτή απεχθάνεται την ιδέα της εργασίας μέχρι αργά τα σαββατοκύριακα.



























