Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loan
01
δάνειο, πιστωτική διάταξη
a sum of money that is borrowed from a bank which should be returned with a certain rate of interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loans
Παραδείγματα
They applied for a loan to expand their business operations.
Κάναν αίτηση για δάνειο για να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.
02
δάνειο, δανεισμένη λέξη
a word or expression adopted from another language and incorporated into the borrowing language
Παραδείγματα
" Café " is a common loan in English from French.
« Café » είναι ένα κοινό δάνειο στα αγγλικά από τα γαλλικά.
to loan
01
δανείζω, χορηγώ δάνειο
to give someone something, such as an amount of money, with the understanding that it will be returned
Ditransitive: to loan sb sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
loan
γ΄ ενικό πρόσωπο
loans
ενεστώτα μετοχή
loaning
απλός αόριστος
loaned
παθητική μετοχή
loaned
Παραδείγματα
Can you loan me some cash until I get paid next week?
Μπορείς να μου δανείσεις λίγα χρήματα μέχρι να πληρωθώ την επόμενη εβδομάδα;



























