Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loan
01
δάνειο, πιστωτική διάταξη
a sum of money that is borrowed from a bank which should be returned with a certain rate of interest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loans
Παραδείγματα
She took out a loan to buy her first home, which she plans to repay over 30 years.
Πήρε ένα δάνειο για να αγοράσει το πρώτο της σπίτι, το οποίο σχεδιάζει να αποπληρώσει σε 30 χρόνια.
02
δάνειο, δανεισμένη λέξη
a word or expression adopted from another language and incorporated into the borrowing language
Παραδείγματα
"Kindergarten" is a loan from German.
Το "Kindergarten" είναι ένα δάνειο από τα γερμανικά.
to loan
01
δανείζω, χορηγώ δάνειο
to give someone something, such as an amount of money, with the understanding that it will be returned
Ditransitive: to loan sb sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
loan
γ΄ ενικό πρόσωπο
loans
ενεστώτα μετοχή
loaning
απλός αόριστος
loaned
παθητική μετοχή
loaned
Παραδείγματα
The bank agreed to loan her the funds for purchasing a new car.
Η τράπεζα συμφώνησε να της δανείσει τα χρήματα για την αγορά ενός νέου αυτοκινήτου.



























