Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live on
01
επιβιώνω, συνεχίζω να ζω
to remain alive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live on
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives on
ενεστώτα μετοχή
living on
απλός αόριστος
lived on
παθητική μετοχή
lived on
Παραδείγματα
The old woman lived on for many years after her husband passed away.
Η ηλικιωμένη γυναίκα επέζησε για πολλά χρόνια μετά το θάνατο του συζύγου της.
02
ζω από, τρέφομαι αποκλειστικά με
to eat only a certain type of food
Transitive: to live on a certain type of food
Παραδείγματα
Scavengers live on dead animals, helping to clean up ecosystems.
Οι νεκροφάγοι ζουν από νεκρά ζώα, βοηθώντας στον καθαρισμό των οικοσυστημάτων.
03
ζω κυρίως με, τρέφομαι κυρίως με
to eat mainly one type of food, often in an unhealthy or unbalanced way
Transitive: to live on one type of food
Παραδείγματα
The individual lived on processed foods and convenience meals, having fresh vegetables very rarely.
Το άτομο ζούσε με επεξεργασμένα τρόφιμα και έτοιμα γεύματα, τρώγοντας πολύ σπάνια φρέσκα λαχανικά.
04
ζω με, επιβιώνω με
to have the amount of money needed to buy necessities
Transitive: to live on a source of income
Παραδείγματα
The homeowner lived on a fixed income, carefully budgeting their expenses to ensure they could afford property taxes and maintenance.
Ο ιδιοκτήτης ζούσε με ένα σταθερό εισόδημα, προγραμματίζοντας προσεκτικά τις δαπάνες του για να διασφαλίσει ότι μπορούσε να πληρώσει τους φόρους ακινήτων και τη συντήρηση.
05
επιβιώνω, διατηρούμαι
to persist in existence over time
Intransitive
Παραδείγματα
The ancient traditions of the indigenous people live on through their descendants.
Οι αρχαίες παραδόσεις των ιθαγενών ζουν μέσω των απογόνων τους.



























