Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Litigant
01
δικαζόμενος, μέρος στη δικαστική διαμάχη
(law) a person or party involved in a legal case
Παραδείγματα
The small business owner found himself as a litigant in a contract dispute with a former partner over the terms of their dissolved agreement.
Ο ιδιοκτήτης της μικρής επιχείρησης βρέθηκε ενάγων σε μια συμβατική διαμάχη με έναν πρώην συνεργάτη σχετικά με τους όρους της διαλυμένης συμφωνίας τους.



























