listless
list
ˈlɪst
list
less
lɪs
lis
limitlesslightlesslifelesslimbless

Ορισμός και σημασία του "listless"στα αγγλικά

01

απαθής, νωθρός

lacking energy, enthusiasm, or interest 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most listless
συγκριτικός βαθμός
more listless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rainy weather made her feel listless and unmotivated to engage in outdoor activities. 

Ο βροχερός καιρός την έκανε να νιώθει αδιάφορη και χωρίς κίνητρο να συμμετάσχει σε υπαίθριες δραστηριότητες.

02

απαθής, νωθρός

lacking zest or vivacity 

Λεξικό Δέντρο

listlessly
listlessness
listless
list
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store