listless
Pronunciation
/ˈɫɪstɫəs/

Ορισμός και σημασία του "listless"στα αγγλικά

01

απαθής, νωθρός

lacking energy, enthusiasm, or interest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most listless
συγκριτικός βαθμός
more listless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The repetitive nature of the task made the team members appear listless and uninterested.
Η επαναλαμβανόμενη φύση της εργασίας έκανε τα μέλη της ομάδας να φαίνονται αδιάφορα και απρόθυμα.
02

απαθής, νωθρός

lacking zest or vivacity

Λεξικό Δέντρο

listlessly
listlessness
listless
list
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store