Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liquidize
01
υγροποιώ, αλέθω
to turn solid food into a liquid or puree typically using a blender or food processor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liquidize
γ΄ ενικό πρόσωπο
liquidizes
ενεστώτα μετοχή
liquidizing
απλός αόριστος
liquidized
παθητική μετοχή
liquidized
02
εκκαθαρίζω, ξεφορτώνομαι
sell or get rid of all one's merchandise
Λεξικό Δέντρο
liquidizer
liquidize
liquid



























