Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limply
01
χαλαρά, άνευτα
in a way that is soft, floppy, or not rigid
Παραδείγματα
The old flag fluttered limply from the pole, worn by years of weather.
Η παλιά σημαία κουνιόταν χαλαρά από τον πάσσαλο, φθαρμένη από χρόνια καιρού.
02
χαλαρά, χωρίς ενέργεια
in a manner that shows a lack of strength, energy, or firmness
Παραδείγματα
The soldier slumped limply against the wall, drained from battle.
Ο στρατιώτης χαλαρά κουράστηκε στον τοίχο, εξαντλημένος από τη μάχη.
Λεξικό Δέντρο
limply
limp



























