limpid
Pronunciation
/lˈɪmpɪd/

Ορισμός και σημασία του "limpid"στα αγγλικά

01

διαυγής, σαφής

(of language or music) clear and easy to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
limpid-est or most limpid
συγκριτικός βαθμός
limpid-er or more limpid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The limpid harmony of the choir provided a beautiful and straightforward listening experience for the audience.
Η διαυγής αρμονία της χορωδίας προσέφερε μια όμορφη και απλή ακουστική εμπειρία στο κοινό.
02

διαυγής, διαφανής

transparent in appearance
Παραδείγματα
The jellyfish drifted in the limpid waters of the aquarium.
Η μέδουσα παρασύρθηκε στα διαυγή νερά του ενυδρείου.
03

διαυγής, καθαρός

(of the eyes) strikingly clear and free of cloudiness
Παραδείγματα
His glance, limpid and steady, held her attention without a word.
Το βλέμμα του, διαυγές και σταθερό, κράτησε την προσοχή της χωρίς λέξη.

Λεξικό Δέντρο

limpidly
limpid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store