Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limpid
01
διαυγής, σαφής
(of language or music) clear and easy to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
limpid-est or most limpid
συγκριτικός βαθμός
limpid-er or more limpid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The speaker’s limpid prose made complex ideas accessible to everyone in the audience.
Η διαυγής πεζογραφία του ομιλητή έκανε πολύπλοκες ιδέες προσιτές σε όλους στο ακροατήριο.
02
διαυγής, διαφανής
transparent in appearance
Παραδείγματα
The lake was so limpid you could see the pebbles on the bottom.
Η λίμνη ήταν τόσο διαυγής που μπορούσες να δεις τα βότσαλα στον πάτο.
03
διαυγής, καθαρός
(of the eyes) strikingly clear and free of cloudiness
Παραδείγματα
Her gaze was limpid, revealing nothing but quiet sincerity.
Το βλέμμα της ήταν διαυγές, αποκαλύπτοντας τίποτα άλλο παρά μια ήρεμη ειλικρίνεια.
Λεξικό Δέντρο
limpidly
limpid



























