Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Limited edition
01
περιορισμένη έκδοση
an issue of a book, print, collectible, etc. that is produced in limited numbers or just once
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limited editions



























