Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limited-edition
01
περιορισμένη έκδοση
a product that is produced in a restricted quantity, making it exclusive or rare, often to increase its value or appeal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company released a limited-edition sneaker that sold out within hours.
Η εταιρεία κυκλοφόρησε ένα περιορισμένης έκδοσης παπούτσι που εξαντλήθηκε σε λίγες ώρες.



























