limitation
li
ˌlɪ
λι
mi
μι
ta
ˈteɪ
τει
tion
ʃən
σαν
alterationevaluationrelaxationoccupation

Ορισμός και σημασία του "limitation"στα αγγλικά

01

περιορισμός, ρύθμιση

the act of imposing a restriction or regulating something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
limitations
Παραδείγματα
The government introduced a limitation on tobacco sales. 

Η κυβέρνηση εισήγαγε έναν περιορισμό στις πωλήσεις καπνού.

02

περιορισμός, περιορίζοντας

(usually plural) anything that limits something 
Παραδείγματα
The study's findings were influenced by several limitations, including a small sample size. 

Τα ευρήματα της μελέτης επηρεάστηκαν από πολλούς περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένου ενός μικρού μεγέθους δείγματος.

03

περιορισμός, όριο

the maximum amount, degree, or extent that is allowed or possible 
Παραδείγματα
There is a limitation of 100 participants for the seminar. 

Υπάρχει ένας περιορισμός 100 συμμετεχόντων για το σεμινάριο.

04

παραγραφή, προθεσμία παραγραφής

a legally defined period after which a lawsuit or claim cannot be initiated 
Παραδείγματα
The plaintiff filed within the limitation period. 

Ο ενάγων προσέφυγε εντός της προθεσμίας παραγραφής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

delimitation
limitation
limit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store