articulated
Pronunciation
/ɑɹˈtɪkjəˌɫeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "articulated"στα αγγλικά

articulated
01

αρθρωτός, αποτελούμενος από διακριτά συνδεδεμένα μέρη

made up of distinct, connected parts that can move or bend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most articulated
συγκριτικός βαθμός
more articulated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The articulated lorry made it easier to navigate tight corners.
Το αρθρωτό φορτηγό έκανε ευκολότερη την πλοήγηση σε στενές στροφές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store