articulated
ar
ɑ:
aa
ti
ˈtɪ
ti
cu
kjʊ
kyoo
la
leɪ
lei
ted
tɪd
tid
vermiculated

Ορισμός και σημασία του "articulated"στα αγγλικά

articulated
01

αρθρωτός, αποτελούμενος από διακριτά συνδεδεμένα μέρη

made up of distinct, connected parts that can move or bend 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most articulated
συγκριτικός βαθμός
more articulated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The articulated trailer allowed the truck to make sharper turns. 

Το αρθρωτό ρυμουλκό επέτρεπε στο φορτηγό να κάνει πιο απότομες στροφές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store