lifelike
Pronunciation
/ˈɫaɪˌfɫaɪk/

Ορισμός και σημασία του "lifelike"στα αγγλικά

01

ρεαλιστικός, φυσικός

having the appearance or qualities that closely resemble or imitate real life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lifelike
συγκριτικός βαθμός
more lifelike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her performance in the play was so lifelike that it left the audience deeply moved and fully immersed in the story.
Η απόδοσή της στο έργο ήταν τόσο ζωντανή που άφησε το κοινό βαθιά συγκινημένο και πλήρως βυθισμένο στην ιστορία.
02

φυσικός, ρεαλιστικός

free from artificiality

Λεξικό Δέντρο

unlifelike
lifelike
life
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store