Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lifelike
01
ρεαλιστικός, φυσικός
having the appearance or qualities that closely resemble or imitate real life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lifelike
συγκριτικός βαθμός
more lifelike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her performance in the play was so lifelike that it left the audience deeply moved and fully immersed in the story.
Η απόδοσή της στο έργο ήταν τόσο ζωντανή που άφησε το κοινό βαθιά συγκινημένο και πλήρως βυθισμένο στην ιστορία.
02
φυσικός, ρεαλιστικός
free from artificiality
Λεξικό Δέντρο
unlifelike
lifelike
life



























