life-threatening
life
laɪf
laif
threa
θrɛ
thre
te
ning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "life-threatening"στα αγγλικά

life-threatening
01

απειλητικός για τη ζωή, θανατηφόρος

posing a significant risk to a person's life 
life-threatening definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most life-threatening
συγκριτικός βαθμός
more life-threatening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The patient was rushed to the hospital with a life-threatening injury. 

Ο ασθενής μεταφέρθηκε κατάτακτα στο νοσοκομείο με έναν απειλητικό για τη ζωή τραυματισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store