Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liaise
01
συνεργάζομαι, δημιουργώ επικοινωνία
to establish a communication or cooperation which links parties or organizations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liaise
γ΄ ενικό πρόσωπο
liaises
ενεστώτα μετοχή
liaising
απλός αόριστος
liaised
παθητική μετοχή
liaised
Παραδείγματα
As the project manager, my role is to liaise between the marketing team and the design department to ensure that our campaign meets both creative and strategic objectives.
Ως διαχειριστής έργου, ο ρόλος μου είναι να συνδέω την ομάδα μάρκετινγκ με το τμήμα σχεδιασμού για να διασφαλίσω ότι η καμπάνια μας πληροί τόσο δημιουργικούς όσο και στρατηγικούς στόχους.



























