Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to liaise
01
συνεργάζομαι, δημιουργώ επικοινωνία
to establish a communication or cooperation which links parties or organizations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
liaise
γ΄ ενικό πρόσωπο
liaises
ενεστώτα μετοχή
liaising
απλός αόριστος
liaised
παθητική μετοχή
liaised
Παραδείγματα
The sales team will liaise with the production department to communicate customer feedback and ensure that product improvements are made accordingly.
Η ομάδα πωλήσεων θα συνεργαστεί με το τμήμα παραγωγής για να μεταφέρει τα σχόλια των πελατών και να διασφαλίσει ότι οι βελτιώσεις των προϊόντων γίνονται ανάλογα.



























