liability
lia
ˌlaɪə
λαιε
bi
ˈbɪ
μπι
li
λα
ty
ti
τι
sterilityhostilitygentilitystability

Ορισμός και σημασία του "liability"στα αγγλικά

01

ευθύνη, υποχρέωση

the state of being legally obliged and responsible 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liabilities
02

εμπόδιο, βάρος

the quality of being something that holds you back 
03

δέσμευση, υποχρέωση

a commitment to provide a specific amount of money to another person or organization 
Παραδείγματα
Joining the investment club came with the liability of committing $1,000 to the collective fund annually. 

Η συμμετοχή στο κλαμπ επενδύσεων συνεπαγόταν την υποχρέωση να διατίθενται 1.000 δολάρια στο συλλογικό ταμείο ετησίως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

reliability
liability
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store