ley
ley
leɪ
lei
jaydaybayhay

Ορισμός και σημασία του "ley"στα αγγλικά

01

λιβάδι, βοσκότοπος

a field covered with grass or herbage and suitable for grazing by livestock 
ley definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leys
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store