Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lenience
01
επιείκεια, πραότητα
lightening a penalty or excusing from a chore by judges or parents or teachers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
επιείκεια, ευσπλαχνία
the state of being patient and merciful
Παραδείγματα
The teacher showed lenience when the students were late due to traffic.
Ο δάσκαλος έδειξε επιείκεια όταν οι μαθητές άργησαν λόγω της κυκλοφορίας.
03
επιείκεια, πραότητα
a disposition to yield to the wishes of someone
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
leniency
lenience
leni



























