lenience
le
ˈli:
λι
nience
niəns
νιανσ

Ορισμός και σημασία του "lenience"στα αγγλικά

01

επιείκεια, πραότητα

lightening a penalty or excusing from a chore by judges or parents or teachers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

επιείκεια, ευσπλαχνία

the state of being patient and merciful 
Παραδείγματα
The teacher showed lenience when the students were late due to traffic. 

Ο δάσκαλος έδειξε επιείκεια όταν οι μαθητές άργησαν λόγω της κυκλοφορίας.

03

επιείκεια, πραότητα

a disposition to yield to the wishes of someone 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

leniency
lenience
leni
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store