leggy
le
ˈlɛ
le
ggy
gi
gi
logy

Ορισμός και σημασία του "leggy"στα αγγλικά

01

με μακριά πόδια, λεπτός

having long, slender legs in proportion to their body 
leggy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leggiest
συγκριτικός βαθμός
leggier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The model's leggy figure made her a sought-after runway model. 

Το μακρύποδο σχήμα του μοντέλου την έκανε ένα πολυπόθητο μοντέλο για πασαρέλα.

02

με ψηλούς λεπτούς μίσχους, με λεπτά και ψηλά στελέχη

(of plants) having tall spindly stems 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store