Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lederhosen
01
lederhosen, παραδοσιακά δερμάτινα παντελόνια
a type of traditional leather pants worn in Bavaria and other parts of Germany, Austria, and Switzerland, often decorated with intricate embroidery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lederhosen



























