leather
lea
ˈlɛ
le
ther
ðə
dhē
loatherlather

Ορισμός και σημασία του "leather"στα αγγλικά

01

δέρμα

strong material made from animal skin and used for making clothes, bags, shoes, etc. 
leather definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leathers
Παραδείγματα
He decided to invest in a high-quality leather jacket that would last for years and only get better with age. 

Αποφάσισε να επενδύσει σε ένα δερμάτινο σακάκι υψηλής ποιότητας που θα κρατούσε για χρόνια και θα γινόταν μόνο καλύτερο με την πάροδο του χρόνου.

to leather
01

μαστιγώνω, τιμωρώ

to whip or beat someone or something with a leather strap 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leather
γ΄ ενικό πρόσωπο
leathers
ενεστώτα μετοχή
leathering
απλός αόριστος
leathered
παθητική μετοχή
leathered
Παραδείγματα
The trainer threatened to leather the unruly horse. 

Ο εκπαιδευτής απείλησε να μαστιγώσει το ατίθασο άλογο.

01

δερμάτινος, δερματοειδής

having a texture, appearance, or quality resembling leather 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore a leather jacket that had aged beautifully over the years. 

Φορούσε ένα δερμάτινο σακάκι που είχε γεράσει όμορφα με τα χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store