leash
leash
liʃ
λισ
/lˈiːʃ/

Ορισμός και σημασία του "leash"στα αγγλικά

01

λουρί, αλυσίδα

a long piece of rope, leather strap or light chain used for guiding and controlling a dog or other animals
leash definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leashes
Παραδείγματα
He forgot to bring a leash and had to carry the small dog in his arms.
Ξέχασε να φέρει ένα λουρί και έπρεπε να κρατήσει το μικρό σκυλί στα χέρια του.
02

τρία, ο αριθμός τρία

the cardinal number that is the sum of one and one and one
leash definition and meaning
03

λουρί, περιορισμός

a figurative restraint
to leash
01

δένω, δεσμεύω

fasten with a rope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leash
γ΄ ενικό πρόσωπο
leashes
ενεστώτα μετοχή
leashing
απλός αόριστος
leashed
παθητική μετοχή
leashed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store