Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leash
01
λουρί, αλυσίδα
a long piece of rope, leather strap or light chain used for guiding and controlling a dog or other animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leashes
Παραδείγματα
He forgot to bring a leash and had to carry the small dog in his arms.
Ξέχασε να φέρει ένα λουρί και έπρεπε να κρατήσει το μικρό σκυλί στα χέρια του.
02
τρία, ο αριθμός τρία
the cardinal number that is the sum of one and one and one
03
λουρί, περιορισμός
a figurative restraint
to leash
01
δένω, δεσμεύω
fasten with a rope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leash
γ΄ ενικό πρόσωπο
leashes
ενεστώτα μετοχή
leashing
απλός αόριστος
leashed
παθητική μετοχή
leashed



























