Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leak out
01
διαρρέω, αποκαλύπτω
to disclose secret or classified information that was meant to be kept concealed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
leak
ενεστώτας
leak out
γ΄ ενικό πρόσωπο
leaks out
ενεστώτα μετοχή
leaking out
απλός αόριστος
leaked out
παθητική μετοχή
leaked out
Παραδείγματα
The whistleblower leaked out evidence of corruption within the government, sparking an investigation.
Ο μηνυτής διέρρευσε αποδεικτικά στοιχεία διαφθοράς εντός της κυβέρνησης, πυροδοτώντας μια έρευνα.
02
διαρρέω, ξεφεύγω
(of secret information) to become known to unauthorized individuals or the public
Παραδείγματα
Classified documents are leaking out to the press.
Έγγραφα απόρρητα διαρρέουν στον τύπο.
03
διαρρέω, ξεχύνομαι
(of gas or liquid) to flow through a crack or small hole
Παραδείγματα
The water is leaking out of the old faucet.
Το νερό διαρρέει από την παλιά βρύση.



























