Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to leak out
[phrase form: leak]
01
διαρρέω, αποκαλύπτω
to disclose secret or classified information that was meant to be kept concealed
Παραδείγματα
The hacker intentionally leaked out sensitive emails from the company's servers, causing a major data breach.
Ο χάκερ διέρρευσε εσκεμμένα ευαίσθητα emails από τους διακομιστές της εταιρείας, προκαλώντας μια μεγάλη παραβίαση δεδομένων.
02
διαρρέω, ξεφεύγω
(of secret information) to become known to unauthorized individuals or the public
Παραδείγματα
It 's only a matter of time before the truth leaks out.
Είναι απλώς θέμα χρόνου πριν διαρρεύσει η αλήθεια.
03
διαρρέω, ξεχύνομαι
(of gas or liquid) to flow through a crack or small hole
Παραδείγματα
Gas leaked out of the storage tank, causing an explosion.
Το αέριο διέρρευσε από τη δεξαμενή αποθήκευσης, προκαλώντας έκρηξη.



























