Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leakage
01
διαρροή, διαφυγή
the unintended or accidental escape or loss of a substance, typically a liquid or gas, from a container, system, or structure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leakages
Παραδείγματα
They are investigating the leakage in the factory ’s cooling system.
Ερευνούν τη διαρροή στο σύστημα ψύξης του εργοστασίου.
Λεξικό Δέντρο
leakage
leak



























