Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead up to
01
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to come before and play a part in causing a particular result or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads up to
ενεστώτα μετοχή
leading up to
απλός αόριστος
led up to
παθητική μετοχή
led up to
Παραδείγματα
The negotiations led up to the signing of the historic peace treaty.
Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν στην υπογραφή της ιστορικής συνθήκης ειρήνης.
02
προηγούμαι, οδηγώ σε
to happen before a specific event or situation
Παραδείγματα
The years leading up to the war were marked by tension and conflict.
Τα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου σημαδεύτηκαν από ένταση και σύγκρουση.
03
οδηγώ σταδιακά στο θέμα, προετοιμάζω το έδαφος για
to gently introduce a specific topic into a conversation over a period of time
Παραδείγματα
With cautious words, she led up to the awkward topic of the failed project during the team meeting.
Με προσεκτικά λόγια, οδήγησε σταδιακά στο δύσκολο θέμα του αποτυχημένου έργου κατά τη διάρκεια της ομαδικής συνάντησης.



























