Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead up to
[phrase form: lead]
01
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to come before and play a part in causing a particular result or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads up to
ενεστώτα μετοχή
leading up to
απλός αόριστος
led up to
παθητική μετοχή
led up to
Παραδείγματα
The years of training and experience have led up to her success in the competition.
Τα χρόνια εκπαίδευσης και εμπειρίας οδήγησαν στην επιτυχία της στον διαγωνισμό.
02
προηγούμαι, οδηγώ σε
to happen before a specific event or situation
Παραδείγματα
The days leading up to the exam were filled with stress and anxiety.
Οι ημέρες που προηγούνται των εξετάσεων ήταν γεμάτες άγχος και ανησυχία.
03
οδηγώ σταδιακά στο θέμα, προετοιμάζω το έδαφος για
to gently introduce a specific topic into a conversation over a period of time
Παραδείγματα
The counselor skillfully led up to discussing the challenging family situation with the concerned teenager.
Ο σύμβουλος επιδέξια οδήγησε στη συζήτηση της προκλητικής οικογενειακής κατάστασης με τον ενδιαφερόμενο έφηβο.



























