Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lead off
01
ξεκινώ, εγκαινιάζω
to initiate something, especially a process, event, or discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
lead
ενεστώτας
lead off
γ΄ ενικό πρόσωπο
leads off
ενεστώτα μετοχή
leading off
απλός αόριστος
led off
παθητική μετοχή
led off
Παραδείγματα
The president led off the ceremony with a speech.
Ο πρόεδρος ξεκίνησε την τελετή με μια ομιλία.
02
διαφθείρω, παρασύρω
to cause someone to become morally corrupt or to lose their innocence
Παραδείγματα
The older boy is leading off the younger boy with his bad influence.
Το μεγαλύτερο αγόρι οδηγεί το μικρότερο στη διαφθορά με την κακή του επιρροή.
03
είναι ο πρώτος χτυπητής, ξεκινά το inning
(in baseball) to be the first batter at the start of an inning
Παραδείγματα
The coach assigned their most consistent hitter to lead off the inning and get the offense going.
Ο προπονητής ανέθεσε τον πιο σταθερό χτύπη τους να ξεκινήσει το inning και να ξεκινήσει την επίθεση.
04
ξεκινώ, αναχωρώ
to begin at a location and continue on a street or path away from it
Παραδείγματα
The hikers led off from the trailhead at dawn.
Οι πεζοπόροι ξεκίνησαν από την αρχή του μονοπατιού την αυγή.



























