Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lea
01
λιβάδι, βοσκότοπος
a field covered with grass or herbage and suitable for grazing by livestock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leas
02
μια μονάδα μήκους νήματος ή νήματος, ένα μέτρο μήκους για νήμα ή νήμα
a unit of length of thread or yarn



























