Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laziness
01
τεμπελιά, απραξία
(in theology) indifference or inactivity in moral or virtuous practice, considered a deadly sin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Laziness is one of the seven deadly sins in Christian teaching.
Η οκνηρία είναι μία από τις επτά θανάσιμες αμαρτίες στη χριστιανική διδασκαλία.
02
τεμπελιά, απραξία
a state of relaxed, easy, or leisurely activity
Παραδείγματα
Sunday mornings were spent in laziness by the lake.
Τα Κυριακάτικα πρωινά περνούσαν στην τεμπελιά δίπλα στη λίμνη.
03
τεμπελιά, νωθρότητα
inactivity caused by reluctance or dislike of work
Παραδείγματα
His laziness prevented him from finishing tasks on time.
Η τεμπελιά του εμπόδισε να ολοκληρώσει τις εργασίες εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
laziness
lazy
laze



























