Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laziness
01
τεμπελιά, απραξία
(in theology) indifference or inactivity in moral or virtuous practice, considered a deadly sin
Παραδείγματα
The story illustrated how laziness leads to downfall.
Η ιστορία απεικόνισε πώς η τεμπελιά οδηγεί στην πτώση.
02
τεμπελιά, απραξία
a state of relaxed, easy, or leisurely activity
Παραδείγματα
They indulged in laziness after a tiring week.
Παραδόθηκαν στην τεμπελιά μετά από μια κουραστική εβδομάδα.
03
τεμπελιά, νωθρότητα
inactivity caused by reluctance or dislike of work
Παραδείγματα
Laziness often results in missed opportunities.
Η τεμπελιά συχνά οδηγεί σε χαμένες ευκαιρίες.
Λεξικό Δέντρο
laziness
lazy
laze



























