laughter
laugh
ˈlɑ:f
laaf
ter
laugher

Ορισμός και σημασία του "laughter"στα αγγλικά

01

γέλιο, καγχασμός

the action of laughing or the sound it makes 
laughter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laughters
Παραδείγματα
The room filled with laughter when the comedian told a joke. 

Το δωμάτιο γέμισε με γέλιο όταν ο κωμικός είπε ένα αστείο.

02

γέλιο, χαρά

the activity of laughing; the manifestation of joy or mirth or scorn 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store