Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Laughing stock
01
γελοίο, αντικείμενο χλευασμού
a person or thing so silly or ridiculous that everyone makes fun of
Humorous
Idiom
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laughing stocks
Παραδείγματα
Becoming the laughing stock of the office was the last thing he wanted, so he double-checked his presentation
Το να γίνει το περίγελο του γραφείου ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε, γι' αυτό διπλοτσέκαρε την παρουσίασή του.



























