laughing stock
Pronunciation
/ɐ lˈæfɪŋ stˈɑːk/

Ορισμός και σημασία του "laughing stock"στα αγγλικά

Laughing stock
01

γελοίο, αντικείμενο χλευασμού

a person or thing so silly or ridiculous that everyone makes fun of
laughing stock definition and meaning
humorous
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laughing stocks
Παραδείγματα
She quit before the show could turn her into a laughing stock.
Το να γίνει το περίγελο του γραφείου ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε, γι' αυτό διπλοτσέκαρε την παρουσίασή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store