latte
la
ˈlæ
tte
teɪ
tei
latkelathe

Ορισμός και σημασία του "latte"στα αγγλικά

01

ένα latte, ένας καφές με γάλα

a drink made from espresso with steamed milk on top 
latte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lattes
Παραδείγματα
She ordered a latte with almond milk for a creamy and dairy-free coffee option. 

Παρήγγειλε ένα latte με γάλα αμυγδάλου για μια κρεμώδη και χωρίς γαλακτοκομικά επιλογή καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store