latish
la
ˈleɪ
lei
tish
tɪʃ
tish
lavish

Ορισμός και σημασία του "latish"στα αγγλικά

01

αργοπορημένος, λίγο αργά

later than anticipated or scheduled, but not significantly delayed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most latish
συγκριτικός βαθμός
more latish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, schedule, evaluation
Παραδείγματα
I usually finish work by 5pm, but today it was more like 5:10pm, which was latish for me. 

Συνήθως τελειώνω τη δουλειά μέχρι τις 5 μ.μ., αλλά σήμερα ήταν πιο κοντά στις 5:10 μ.μ., που ήταν λίγο αργά για μένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

latish
late
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store