Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lash out
[phrase form: lash]
01
εκδηλώνομαι με οργή, επιτίθεμαι λεκτικά
to express strong criticism or disapproval in a harsh and uncontrolled way
Intransitive: to lash out | to lash out at sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
lash
ενεστώτας
lash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lashes out
ενεστώτα μετοχή
lashing out
απλός αόριστος
lashed out
παθητική μετοχή
lashed out
Παραδείγματα
The stressed-out politician is likely to lash out at the reporters.
Ο στρεσομένος πολιτικός είναι πιθανό να επιτεθεί στους δημοσιογράφους.
02
επιτίθεμαι, ξεσπώ
to suddenly attempt to strike someone or something
Intransitive: to lash out | to lash out at sb
Παραδείγματα
The startled deer had lashed out at the hunter before running away.
Ο τρομαγμένος ελάφι επιτέθηκε στον κυνηγό πριν ξεφύγει.



























