Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lash out
01
εκδηλώνομαι με οργή, επιτίθεμαι λεκτικά
to express strong criticism or disapproval in a harsh and uncontrolled way
Intransitive: to lash out | to lash out at sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
lash
ενεστώτας
lash out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lashes out
ενεστώτα μετοχή
lashing out
απλός αόριστος
lashed out
παθητική μετοχή
lashed out
Παραδείγματα
The frustrated teacher is lashing out at his students for their behavior.
Ο απογοητευμένος δάσκαλος ξεσπά στους μαθητές του για τη συμπεριφορά τους.
02
επιτίθεμαι, ξεσπώ
to suddenly attempt to strike someone or something
Intransitive: to lash out | to lash out at sb
Παραδείγματα
The frustrated chef lashed out, throwing a pot across the kitchen.
Ο απογοητευμένος σεφ έβγαλε την οργή του, πετώντας μια κατσαρόλα κατά μήκος της κουζίνας.



























